|
|
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: set [sth] aside, set aside [sth] vtr phrasal sep | (put to one side) | παραμερίζω ρ μ | | | | αφήνω κτ στην άκρη έκφρ | | | I set aside my work to check on the baby. | | | Set your pencils aside and read through the test first. | | | Παραμέρισα τη δουλειά μου για να ελέγξω το μωρό. | | | Αφήστε τα μολύβια στην άκρη και ρίξτε πρώτα μια ματιά στο τεστ. | set [sth] aside, set aside [sth] vtr phrasal sep | figurative (disregard temporarily) (μεταφορικά) | βάζω στην άκρη, παραμερίζω έκφρ | | | Set your fears aside and jump into the water. | | | Παραμερίστε τους φόβους σας και πηδήξτε στο νερό. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | set-aside n | (government: [sth] for a specific purpose) | κτ που έχει δεσμευτεί για συγκεκριμένο σκοπό | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. | | set-aside n | (government: land for wildlife, etc.) | έκταση γης που έχει δεσμευτεί για συγκεκριμένο σκοπό | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. | | set-aside n | US (government: reserved funds, production) | κεφάλαιο που έχει δεσμευτεί για συγκεκριμένο σκοπό | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. | | set-aside n | (government: reserved farmland) | αγροτική γη που έχει δεσμευτεί για συγκεκριμένο σκοπό | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. |
Ο όρος 'set aside' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:
|
|